Ψάχνω

Από MusicLexis
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

De:

En: search, look for

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru: искать


ψάχνω = Present form, 1st person singular



Σε ψάχνω μες στον κόσμο, δεν είσαι πουθενά

De:

En: "I'm looking for you in the crowd, you are nowhere"

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru: "Я ищу тебя в толпе. А тебя нигде нет"


Μανώλης Λιδάκης - Δεν Είσαι Πουθενά