Σαλπάρω

Από MusicLexis
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

De:

En: set sail

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru:


θα σαλπάρει = Future form, 3rd person singular



Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα

De:

En: "The ship will set sail for foreign ports"

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru:



Πόλυ Πάνου - Τα Λιμάνια