Παύω

Από MusicLexis
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

De:

En: stop, cease

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru:


έπαψες = Past form, 2nd person singular



Μα ακόμα δεν κατάλαβα γιατί έπαψες αγάπη να θυμίζεις

De:

En: "But I still haven't understood why you stopped reminding (me) of love"

Es:

Fr:

It:

Pt:

Ru:



Πυξ Λαξ - Έπαψες Αγάπη Να Θυμίζεις